
Ανάλυση για την αγορά της Ευρωζώνης, που αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις, που μεταφέρονται στις τράπεζες
Τα εμπορικά ακίνητα φαίνεται ότι προβληματίζουν περισσότερο από τα οικιστικά ακίνητα σε επίπεδο τραπεζικής εποπτείας, καθώς υπάρχουν πολύπλοκοι δεσμοί, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης «Χαρτογράφηση του λαβύρινθου: μια ανάλυση σε όλο το σύστημα των εκθέσεων και των κινδύνων σε εμπορικά ακίνητα».
Στην έκθεση σημειώνεται ότι στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης ύφεσης της αγοράς εμπορικών ακινήτων, το τελευταίο μακροπροληπτικό δελτίο της ΕΚΤ χαρτογραφεί τους δεσμούς μεταξύ των αγορών εμπορικών ακινήτων και του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ζώνης του ευρώ.
Οι συντάκτες της έκθεσης Pierce Daly, Ellen Ryan και Oscar Schwartz Blicke σημειώνουν ότι οι αγορές εμπορικών ακινήτων αντιμετωπίζουν τόσο κυκλικές όσο και διαρθρωτικές προκλήσεις, που προκύπτουν από το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, τη στροφή προς την εξ αποστάσεως εργασία και το αυξημένο κόστος από τις απαιτήσεις ανακαίνισης που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα των κτηρίων. Εξηγούν ότι πιθανά προβλήματα δεν είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουν μόνο τα τραπεζικά ιδρύματα αλλά και οι ιδιοκτήτες, επειδή εκτίθενται άμεσα σε ζημίες που προκύπτουν από την πτώση των τιμών ή των ενοικίων.
Εκτιμάται ότι η συνολική αξία της αγοράς εμπορικών ακινήτων της ζώνης του ευρώ στο τέλος του 2023 ανερχόταν σε 2,7 τρισ. ευρώ, και οι εταιρείες ακινήτων φαίνεται να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο αυτής της αγοράς (τουλάχιστον 1,1 τρισεκατομμύρια ευρώ), ακολουθούν τα επενδυτικά κεφάλαια (526 δισεκατομμύρια ευρώ), τα καταπιστεύματα επενδύσεων σε ακίνητα (266 δισεκατομμύρια ευρώ), ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (108 δισεκατομμύρια ευρώ).
Οι συντάκτες της έκθεσης διευκρινίζουν ότι πολλά από τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια επενδύουν σε μεγάλο βαθμό σε εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στη χώρα καταγωγής τους ή έχουν προχωρήσει σε επενδύσεις που βρίσκονται σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, σημειώνουν, τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλια από Γαλλία και Γερμανία, κατέχουν σημαντικά ακίνητα (γραφεία) με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένα σε απώλειες που προκύπτουν από τη μείωση της ζήτησης για χώρους γραφείων καθώς οι εταιρείες στρέφονται σε άλλες ρυθμίσεις μορφών εργασίας.
Αντίθετα, αναφέρεται στην έκθεση, οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία δεν φαίνεται να εκτίθενται σημαντικά στα εμπορικά ακίνητα μέσω της άμεσης ιδιοκτησίας, η οποία αντιπροσωπεύει μόνο το 1% του συνολικού ενεργητικού τους. Κατά συνέπεια εξηγείται, οι απώλειες από άμεσα ανοίγματα δεν θα δημιουργούσαν σημαντικές ανησυχίες για τη σταθερότητα του κλάδου στο σύνολό του.
Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν περίπου 1,3 τρισεκατομμύρια ευρώ σε ανεξόφλητα δάνεια σε επενδυτές εμπορικών ακινήτων με αποτέλεσμα να υπάρχει σημαντική μόχλευση από τον συγκεκριμένο κλάδο. Αυτά τα τραπεζικά δάνεια είναι εκτεθειμένα σε πιθανές ζημίες που μπορεί να προκύψουν από τυχόν ύφεση της αγοράς. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται, αυτό το χαρτοφυλάκιο δανείων αντιπροσωπεύει μόνο το 6% του συνόλου των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων της ζώνης του ευρώ και είναι απίθανο να απειλήσει τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος. Σημειώνεται ωστόσο ότι τα μακροπροληπτικά εργαλεία που εστιάζονται στον τομέα των εμπορικών ακινήτων θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο στην αύξηση της ανθεκτικότητας μεταξύ των πιο εκτεθειμένων τραπεζικών ιδρυμάτων ή των πιο εκτεθειμένων χωρών.
Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι, παρά τους γνωστούς κινδύνους που συνδέονται με τα ανοίγματα σε εμπορικά ακίνητα, λίγες χώρες της ζώνης του ευρώ χρησιμοποιούν επί του παρόντος μακροπροληπτική πολιτική για τη στόχευση αυτών των κινδύνων.