
Άγγελος Αγγελοδήμου
Μπορεί τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες το Υπουργείο Εσωτερικών σε σχέση με την αγορά ακινήτων να καταγράφουν ανοδική πορεία όσον αφορά στις πωλήσεις και κατ’ επέκταση τη ζήτηση, ωστόσο την ίδια ώρα κτυπούν καμπανάκι κινδύνου για την πορεία του κλάδου τα επόμενα χρόνια και κυρίως το 2025.
Όπως μας ανέφεραν επαγγελματίες της αγοράς, το γεγονός ότι καταγράφεται τόσο μεγάλη ζήτηση, σε συνδυασμό με τη μειωμένη προσφορά και την καθυστέρηση που καταγράφεται στην είσοδο νέου στοκ στην αγορά, δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες αυξήσεις στις τιμές.
Αναλυτικότερα, ανακοίνωση του Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία επικαλείται στοιχεία του Κτηματολογίου, κάνει λόγο για σταθερά αυξητική τάση σε ό,τι αφορά στις πωλήσεις καινούργιων κατοικιών, με τα διαμερίσματα να έχουν τη μερίδα του λέοντος σε σύγκριση με τις οικίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τους πρώτους εννέα μήνες του 2024 καταγράφηκε αύξηση 19,2% στις πωλήσεις, σε σύγκριση με την περσινή αντίστοιχη περίοδο.
Την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2024 κατατέθηκαν 5.253 αγοραπωλητήρια έγγραφα για κατοικίες, εκ των οποίων τα 4.335 αφορούν διαμερίσματα και τα 918 αφορούν οικίες. Η συγκεκριμένη τάση παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις επαρχίες, ενώ είναι σημαντικό το γεγονός ότι η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση παρουσιάζεται σε επαρχίες στις οποίες δεν εντοπίζεται αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον από ξένους αγοραστές.
Διαμέρισμα η πρώτη επιλογή
Η στροφή προς την αγορά διαμερίσματος, που σε παγκύπρια βάση η αύξηση αγγίζει το 30%, σε αντίθεση με τη μείωση στις πωλήσεις οικιών (-9,2% σε σύγκριση με την περίοδο 1-9/2023), συνδέεται ιδιαίτερα με τους νέους και τις νεαρές οικογένειες και επηρεάζεται από το κόστος της στέγασης και τη δυσκολία εξασφάλισης δανεισμού για τα αυξημένα κεφάλαια που απαιτούνται για την απόκτηση κατοικίας.
Την ίδια στιγμή, όπως προκύπτει από τη γεωγραφική διασπορά των νέων αγορών και τις επισημάνσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, φαίνεται ότι, ιδιαίτερα σε σχέση με τη Λευκωσία, μεγάλος αριθμός πολιτών έχει αξιοποιήσει για σκοπούς αγοράς διαμερίσματος τη στεγαστική βοήθεια που παρέχεται μέσω των αναθεωρημένων στεγαστικών σχεδίων για αναζωογόνηση ορεινών, ακριτικών και μειονεκτικών περιοχών και περιοχών της υπαίθρου.
Ζήτηση, ζήτηση
Κληθείς να σχολιάσει τα πιο πάνω στοιχεία, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εκτιμητών Ακινήτων Πόλυς Κουρουσίδης ανέφερε στον «Φ» ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν την αυξημένη ζήτηση που υπάρχει για αγορά οικίας.
Ωστόσο, τόνισε με έμφαση, αυτό θα πρέπει να μας χτυπήσει το καμπανάκι του κινδύνου. Και αυτό γιατί οι πρώτοι εννιά μήνες του έτους κατέγραψαν αυξημένες πωλήσεις οικιών σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, η οποία αυξημένη ζήτηση αναμένεται να συνεχιστεί και του χρόνου.
Την ίδια στιγμή, όμως, δεν υπάρχει η αντίστοιχη αύξηση στην προσφορά, ενώ οι όποιες νέες μονάδες μπαίνουν στην αγορά με αρκετή καθυστέρηση, λόγω της γραφειοκρατίας που παρατηρείται στους ΕΟΑ (Επαρχιακοί Οργανισμοί Αυτοδιοίκησης, που εκδίδουν από τον Ιούνιο του ’24 τις άδειες). Επομένως, σε περίπτωση που η αυξητική τάση στη ζήτηση συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς, που είναι το πιθανότερο, το επακόλουθο θα είναι να επέλθει αύξηση στις τιμές, καθότι δεν θα υπάρχει η αντίστοιχη προσφορά.
Αναφορικά με την εικόνα της αγοράς, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εκτιμητών σημείωσε ότι σε παγκύπρια βάση οι αγοραστές είναι περίπου μισοί Κύπριοι και μισοί ξένοι, ωστόσο στη Λευκωσία το 90% αφορά Κύπριους αγοραστές.
Στη Λάρνακα και την Πάφο υπάρχουν αρκετοί ξένοι αγοραστές, με μεγάλο ποσοστό να αφορά Ισραηλινούς, ενώ και στη Λεμεσό υπάρχουν αρκετοί ξένοι, αλλά όχι στον βαθμό των δύο προαναφερθέντων πόλεων.
Όσον αφορά στην επαρχία Αμμοχώστου, εκεί ο αριθμός των πράξεων είναι αρκετά μικρός και αφορά κυρίως εξοχικές οικίες. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι η πλειονότητα των αγορών αφορά διαμερίσματα, ο κ. Κουρουσίδης ανέφερε ότι αυτά αγοράζονται κυρίως για ιδιοκατοίκηση και όχι για επένδυση. Ειδικά για τη Λευκωσία, ανέφερε ότι πρόκειται για διαμερίσματα κυρίως δύο υπνοδωματίων, με την τιμή τους να κυμαίνεται μεταξύ 220-230 χιλιάδων.
Προβαίνοντας σε μια ανάλυση των αριθμών του Κτηματολογίου, ο κ. Κουρουσίδης ανέφερε ότι στους εννιά πρώτους μήνες του έτους κατατέθηκαν 5.253 αγοραπωλητήρια έγγραφα. Δηλαδή, αν διαιρέσουμε το 5.253 με τους εννιά μήνες, θα δούμε ότι πωλούνταν 583 καινούργια ακίνητα τον μήνα. Ο αριθμός αυτός, αν γίνει διά τις τέσσερις μεγάλες επαρχίες, θα δούμε ότι σε κάθε επαρχία πωλήθηκαν 145 ακίνητα. Διά 22 εργάσιμες μέρες τον μήνα, προκύπτει ότι πωλούνταν 6 ακίνητα την ημέρα ανά επαρχία. Πρόκειται, όπως είπε, για ένα αριθμό τον οποίο μπορεί να ικανοποιήσει η αγορά. Αν είχαμε περισσότερες πράξεις, ενδεχομένως η αγορά να μην μπορούσε να ανταπεξέλθει σημείωσε.