Real Estate News

Check out market updates

Αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων συζύγων

Η υποχρέωση βαρύνει και τους δύο συζύγους εξ ίσου χωρίς διάκριση.

Το Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του δύναται, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε από τους συζύγους, να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ’ ου η αίτηση σύζυγος υποχρεούται μέσα σε 15 ημέρες από την έκδοσή του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το δικαστήριο ορίζει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή κατά άλλη σχετική ημερομηνία που το δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται από το άρθρο 14Α του περί Ρυθμίσεως Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 και αποσκοπεί στην πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων ώστε να εξακριβωθεί η κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με την περιουσία τους που αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού στα πλαίσια της επίλυσης των περιουσιακών τους σχέσεων. Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται η ορθότητα των δηλώσεων των διαδίκων και προς τούτο το δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση να ορίσει ημερομηνία για εξέτασή τους αναφορικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων που σχετίζονται με την περιουσιακή τους κατάσταση. Η υιοθέτηση της διαδικασίας υποβολής ένορκης δήλωσης και εξέτασης τού ενόρκως δηλούντα συμβάλλει στην επίλυση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, καθόσον η αξίωση για συνεισφορά αποφασίζεται στη βάση της οριοθέτησης αυτής.

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ποικίλλουν λόγω των διαφόρων ειδών περιουσιακών στοιχείων, του τρόπου και του χρόνου που έχουν αποκτηθεί, το διαφορετικό ποσοστό συνεισφοράς του κάθε συζύγου, καθώς επίσης και σε ποιου το όνομα είναι εγγεγραμμένα. Ο όρος «περιουσιακές σχέσεις» συζύγων που βρίσκονται σε διάσταση σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά από τη σύναψη αυτού από οποιονδήποτε από τους συζύγους. «Συνεισφορά» σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε την 2.11.2017 στην Έφεση αρ.10/2013 παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εστίασε την προσοχή του στο άρθρο 14Α του Νόμου, αναφέροντας ότι τούτο προνοεί τη δυνατότητα ελέγχου της ορθότητας των δηλώσεων με εξέταση του ενόρκως δηλούντα, ο οποίος κλητεύεται επί τούτου σε ημερομηνία που ορίζεται από το δικαστήριο και η οποία θα πρέπει να προηγείται της δίκης προκειμένου, κατ’ αυτή, να παραμείνει ως μόνο επίδικο ζήτημα ο καθορισμός της συνεισφοράς στη βάση της ήδη διαπιστωθείσας επαύξησης της περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο του διαμοιρασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στις αυθεντίες Παπαϊωάννου ν. Παπαϊωάννου και Κολαρίδου ν. Κολαρίδου, παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο.

Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι’ αυτό σε εκείνον που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλον και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση δε περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία». Έκρινε ότι στην απουσία ευρήματος του πρωτόδικου δικαστηρίου για τη συνεισφορά της συζύγου στη διακριβωθείσα αύξηση της περιουσίας του συζύγου, εγειρόταν ζήτημα έκδοσης διατάγματος επανεκδίκασης της υπόθεσης. Ωστόσο, λόγω του μεγάλου χρόνου που παρήλθε, το Ανώτατο Δικαστήριο άσκησε τη νομοθετική του δυνατότητα και εξέδωσε διάταγμα αποδίδοντας στη σύζυγο συνεισφορά ίση με το 1/3 του τεκμηρίου που θέτει ο Νόμος, λαμβανομένης υπόψη της έμμεσης συνεισφοράς της που αντιστοιχούσε στην προσφορά των υπηρεσιών της στην οικογενειακή εστία και φροντίδα της οικογένειας.

Του Γιώργου Κουκούνη
Δικηγόρου στη Λάρνακα